ΕφΑθ 8153/1999
Κρίσιμο στοιχείο και συνεπώς βασικό κριτήριο της «πρωτοτυπίας», η έννοια της οποίας δεν προσδιορίζεται γενικά από το νόμο (εκτός από το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 2 του ν 2121/93 που αφορά στα προγράμματα των ηλεκτρονικών υπολογιστών), είναι, κατά την θεωρία της στατιστικής μοναδικότητας που επικρατεί στη νομολογία, η κρίση ότι κάτω από παρόμοιες συνθήκες και με τους ίδιους στόχους, κανείς άλλος δημιουργός, κατά λογική πιθανολόγηση, δεν θα ήταν σε θέση να δημιουργήσει έργο όμοιο, ή ότι αυτό παρουσιάζει μία ατομική ιδιομορφία ή ένα ελάχιστο όριο «δημιουργικού ύψους» έτσι ώστε να ξεχωρίζει και να διαφοροποιείται από τα έργα της καθημερινότητας ή από άλλα παρεμφερή γνωστά έργα (ΑΠ 257/95 ΝοΒ 43,893, ΑΠ 113/89 ΝοΒ 1989, Γ. Κουμάντου, «Πνευματική Ιδιοκτησία», 1995, σελ. 98 επ. Καλλινίκου, «Τα θεμελιώδη θέματα του ν 2121/93 κ.λπ.», σελ. 23, Μ. Μαρίνου, «Η προσβολή του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας κ.λπ.» ΕλΔ 35, σελ. 1443, Δ. Σκούρτη «Δικονομικά Προβλήματα Πνευματικής Ιδιοκτησίας κ.λπ.» ΕλΔ 40,511). Η μοναδικότητα αυτή μπορεί να αναζητηθεί σε κάποιο από τα γνωρίσματα του έργου (στο θέμα, στη σύλληψη, στην κατάταξη, στη διατύπωση, σε κάποιες λεπτομέρειες) ανάλογα με το είδος και τη φύση του (ΔΕΕ 2000, σελ. 383 -παρατ. Ν. Κυπρούλη, ΕΕμπΔ 2000, σελ. 171).
